Blog
Η διά βίου μάθηση εδώ και έναν αιώνα αποτελεί θεσμικό και κοινωνικό κεκτημένο σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου.
Οι κοινωνικοί εταίροι και ειδικότερα τα συνδικάτα έχουν πρωτοστατήσει στην ανάπτυξη θεσμών διά βίου εκπαίδευσης και κατάρτισης με ένα διπλό προσανατολισμό: α) να ενισχυθεί μορφωτικά το εργατικό κίνημα, β) να αντιμετωπίσει ενεργητικά τις εξελίξεις και ανατροπές που προκαλούν οι τεχνολογικές μεταβολές μέσα από συνεχή κατάρτιση και διά βίου επιμόρφωση.
Η συμμετοχή των συνδικάτων αποτελεί νευραλγική παρέμβαση στο ζήτημα της διά βίου μάθησης. Ειδικότερα ο ρόλος τους είναι σημαντικός στα σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, στην επανακατάρτιση των ανέργων και των εργαζομένων, στη σύνδεση της διά βίου εκπαίδευσης με τα συστήματα τυπικής εκπαίδευσης επιχειρώντας συνολικά να μειώσουν τις κοινωνικές ανισότητες και να συμβάλουν στην ενίσχυση της κοινωνικής ανάπτυξης και συνοχής.
Η ουσιώδης συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία αυτή έχει διαφυλάξει ουσιαστικά τον κοινωνικό χαρακτήρα της διά βίου μάθησης προσφέροντας δημόσια και δωρεάν χιλιάδες εκπαιδευτικά προγράμματα σε όλους τους εργαζομένους ανεξαιρέτως. Ενδεικτικά, τόσο η Σουηδική και Δανέζικη Συνομοσπονδία Εργαζομένων (LO) όσο και η βρετανική TUC έχουν δημιουργήσει ισχυρά εκπαιδευτικά δίκτυα διά βίου μάθησης τα οποία ξεκινούν από τη συνδικαλιστική εκπαίδευση και φτάνουν μέχρι την τυπική γενική εκπαίδευση, την τεχνική και επαγγελματική ακόμα και τη σύνδεση με τα πανεπιστήμια.
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το ζήτημα της διά βίου μάθησης δεν μπορεί να παραμείνει μια γραφειοκρατική υπόθεση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μιας γραμματείας ή να αποτελέσει παραλλαγή της επαγγελματικής κατάρτισης η οποία δεν κατάφερε να δώσει ένα ισχυρό χτύπημα στην ανεργία και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας απαιτείται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο εγχείρημα της διά βίου μάθησης. Η κοινωνία των εργαζομένων είναι σαφές ότι πρέπει να πρωτοστατήσει στην ευρωπαϊκή αυτή πρόκληση για να μη χαθεί μία ακόμα ιστορική ευκαιρία για τη χώρα.
Του Μιχ. Κουρουτού Γραμματέα Εκπαίδευσης ΓΣΕΕ
Ο ρόλος της κατάρτισης και της δια βίου μάθησης
Η κατάρτιση και η διά βίου μάθηση εδώ και πολλά χρόνια έχουν γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ε.Ε.
Ο λόγος είναι προφανής. Στη μεταβιομηχανική κοινωνία της γνώσης, όπου οι νέες τεχνολογίες αναπτύσσονται ραγδαία, η ιδέα πως κάποιος μπορεί να αρχίσει και να τελειώσει την εργασιακή σταδιοδρομία του με τις ίδιες γνώσεις και δεξιότητες που είχε αρχικά, είναι παρωχημένη. Η ανάγκη κινητικότητας και συνεχούς κατάρτισης είναι πια επιτακτική.
Ο κεντρικός ρόλος που παίζουν η κατάρτιση και η διά βίου μάθηση στην Ευρώπη έχει επίσης να κάνει με την ανεργία που μαστίζει όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η εκπαίδευση και η επανεκπαίδευση δεν μπορούν να εξαλείψουν την ανεργία. Μπορούν όμως να τη μειώσουν με ένα σύστημα κατάρτισης και διά βίου μάθησης που θα έδινε την ευκαιρία σε έναν άνεργο είτε να αποκτήσει νέες δεξιότητες, αναγκαίες για την επιστροφή στην αγορά εργασίας, είτε να προσφέρει καλά αμειβόμενες υπηρεσίες στον χώρο της κοινότητας.
Με άλλα λόγια, η πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανεργίας σήμερα είναι η δημιουργία ενός συστήματος όπου ο εργαζόμενος θα μπορεί να κινείται στο τρίγωνο: αγορά εργασίας-εκπαίδευση-κοινωνικός χώρος. Πράγματι οι χώρες που έχουν πετύχει να ρίξουν την ανεργία κάτω από το 4% είναι χώρες που έχουν σοβαρές υποδομές κατάρτισης και διά βίου μάθησης, καθώς και ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος που προσφέρει ένα ικανοποιητικό δίχτυ ασφαλείας σε όσους βρίσκονται εκτός της αγοράς εργασίας.
Στη χώρα μας, επειδή το κοινωνικό κράτος είναι καχεκτικό και επειδή οι δομές κατάρτισης και διά βίου μάθησης είναι υποτυπώδεις, όχι μόνον έχουμε υψηλή ανεργία, αλλά, ακόμα και όταν βγούμε από τη σημερινή κρίση, το πιο πιθανό σενάριο είναι πως θα έχουμε ανάπτυξη με υψηλή ανεργία. Θα έχουμε δηλαδή ένα σύστημα όπου ένα σημαντικό τμήμα του εργατικού δυναμικού θα θεωρείται μη αναγκαίο για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο πρέπει να προωθήσουμε στρατηγικά ως κοινωνία την ανάπτυξη και την εδραίωση της διά βίου μάθησης.
Του Ν. Μουζέλη Πρόεδρου της επιστημονικής επιτροπής του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ. Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας London School Of Economics
Διά βίου μάθηση και κοινωνία της γνώσης
Στην Ευρωπαϊκή Ενωση παρατηρείται μια έντονη κινητικότητα αναφορικά προς τα ζητήματα της εκπαίδευσης και κατάρτισης, σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων θεμάτων, όπως αυτά της διά βίου μάθησης, της πιστοποίησης των επαγγελματικών προσόντων, της διασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση, της σύνδεσης της εκπαίδευσης με την απασχόληση.
Η κινητικότητα αυτή ερμηνεύεται τόσο από τα υφιστάμενα δεδομένα και τις προκλήσεις σε επίπεδο διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομικής ύφεσης όσο και από τη διακηρυγμένη στρατηγική της Ε.Ε. (Συνθήκη της Λισαβόνας) προκειμένου να αναπτυχθούν εργαλεία και θεσμικά συστήματα τα οποία θα προωθήσουν τη σύγκλιση των εθνικών πολιτικών προς ένα κοινό ευρωπαϊκό επίπεδο αναφοράς.
Αναφορικά προς το ζήτημα της συμμετοχής των Ελλήνων στη διά βίου μάθηση, η χώρα μας καταλαμβάνει μία από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση ακόμα κι αν, σύμφωνα με τις πιο ευνοϊκές εκτιμήσεις, τα πράγματα είναι ίσως λίγο καλύτερα απ' ό,τι καταγράφονται. Παρ' όλα αυτά, η ενσωμάτωση της διά βίου μάθησης στην επωνυμία του σημερινού υπουργείου Παιδείας σηματοδοτεί τη συμβολική ανάδειξη του εγχειρήματος σε στρατηγικού χαρακτήρα επιλογή, ταυτόχρονα όμως, θέτει τον πήχυ ψηλά, δημιουργώντας εύλογες προσδοκίες για το αν οι πολιτικές που θα υλοποιηθούν θα πραγματώσουν το διαρκές αίτημα για μια αληθινή κοινωνία της γνώσης.
Από τη λαϊκή επιμόρφωση της δεκαετίας του '80 στο σχέδιο δράσης για μια νέα εποχή διά βίου μάθησης στην Ευρώπη
Ολοι θα θυμούνται την υλοποίηση των προγραμμάτων της λαϊκής επιμόρφωσης τη δεκαετία του '80, με τις περίφημες ΝΕΛΕ στις οποίες διδάσκονταν από μαθήματα νεοελληνικών μέχρι τεχνικές φωτογραφίας, ζωγραφικής, λαϊκού κεντήματος ή παραδοσιακών χορών. Περίοδος την οποία σήμερα πολλοί θα θυμούνται με νοσταλγία, αφού τότε επιχειρήθηκε να δρομολογηθεί, με τα λίγα μέσα και την ελάχιστη τεχνογνωσία της εποχής, η προδρομική μορφή της διά βίου μάθησης υπό τον πέπλο της γενικής γραμματείας Λαϊκής Επιμόρφωσης. Από την εποχή εκείνη, μέχρι τη σημερινή γενική γραμματεία Διά βίου Μάθησης έχουν αλλάξει πολλά και επίκειται ακόμα περισσότερα να αλλάξουν αν αναλογιστεί κανείς τις ραγδαίες οικονομικές, τεχνολογικές και κοινωνικές μεταβολές, καθώς και τους στόχους, τις προσδοκίες ακόμα και τις «πιέσεις» που η Ε.Ε. ασκεί προκειμένου να προχωρήσουν τομές σε επίπεδο εθνικών πολιτικών. Παρά λοιπόν το ευρύ πεδίο το οποίο έχει μέχρι σήμερα επωμιστεί η ΓΓΔΜ, δεν κατέστη εφικτό να υλοποιηθεί μια ουσιαστική παρέμβαση στην ελληνική κοινωνία, τέτοια που να δικαιολογηθεί το μέγεθος του διακυβεύματος το οποίο έχει θέσει η Ε.Ε. Οι ερμηνείες είναι πολλές. Μερικές από αυτές εδράζονται στην κοινή ομολογία ότι η προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε στρατηγικό σχεδιασμό, δεν διέθετε την αναγκαία τεχνογνωσία, δεν πίστευε ουσιαστικά στον πολιτικό πυρήνα τής διά βίου μάθησης, δεν είχε κατανοήσει την αξία τους εγχειρήματος, δεν είχε την πολιτική βούληση να υπερβεί τη γραφειοκρατική ολιγωρία. Αυτό που αποδεικνύεται πάντως είναι ότι οι δείκτες μας στην εκπαίδευση ενηλίκων και γενικότερα στη διά βίου μάθηση παραμένουν σταθερά εξαιρετικά χαμηλοί. Παράλληλα, τα όσα λίγα έχουν μέχρι σήμερα επιτευχθεί οφείλονται περισσότερο στην επιμονή και την πίεση των κοινωνικών εταίρων παρά στην αποτελεσματικότητα και τη διαχειριστική επάρκεια των εκφραστών της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής.
Διά βίου μάθηση: από την «κρίση νομιμοποίησης» στον αγώνα κατά των εκπαιδευτικών ανισοτήτων
Το ερώτημα που τίθεται διαρκώς στα διεθνή φόρα και στις αναλύσεις των θεωρητικών σχετίζεται με το κατά πόσο η διά βίου μάθηση μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική πολιτική επιλογή αναμόρφωσης της κοινωνίας ή θα συνεχίζει να αιωρείται ως εναλλακτική «απατηλή υπόσχεση» αυτού που το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατεί να προσφέρει. Μπορεί η διά βίου μάθηση να συμβάλει ουσιαστικά στον αγώνα κατά των εκπαιδευτικών ανισοτήτων ή είναι καταδικασμένη να λειτουργεί με αδράνεια απέναντι στο υφιστάμενο αδιέξοδο των αποκλεισμών και των στρεβλώσεων που το εκπαιδευτικό σύστημα αναπαράγει εδώ και δεκαετίες; Θα συνεχίζει να αποτελεί ένα πεδίο που τυπικά υφίσταται ή θα μετουσιωθεί σε ένα δυναμικό χώρο, δομικά ενταγμένο και ισότιμα αναπτυσσόμενο στο συνολικό εκπαιδευτικό σύστημα, συμβάλλοντας με σθένος στην αντιμετώπιση και άμβλυνση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων; Θα συνεχίσει να αποτελεί θεσμικό πάρεργο και καχεκτικό υποσύστημα εντός της εκπαιδευτικής ολότητας ή θα καταστεί ένα αξιόπιστο και ελεύθερο πεδίο ανάπτυξης δυνατοτήτων στο οποίο θα απευθύνεται ο οποιοσδήποτε, ανάλογα με τις προσωπικές, επαγγελματικές ή μορφωτικές του ανάγκες;
Η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει ότι στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής και σε χώρες οι οποίες έχουν αναπτύξει ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα, η διά βίου μάθηση:
1) Συμβάλλει σθεναρά στη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων μέσω της αντιμετώπισης των διαρροών και των αποκλεισμών, ως «ανοιχτή» και συνεχής εκπαιδευτική και κοινωνική ευκαιρία στη ζωή ενός ανθρώπου.
2) Κινητροδοτεί διαρκώς τη συμμετοχή των πολιτών στη δημιουργική περιπέτεια της γνώσης, άλλοτε στο πλαίσιο ενός περισσότερο πρακτικού και επαγγελματικού προσανατολισμού κι άλλοτε στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μορφωτικής αναζήτησης για την απόκτηση πολιτισμικού κεφαλαίου.
Αγαθές προθέσεις και ρητορικά σχήματα ή ρεαλιστικές εκπαιδευτικές πρακτικές;
Είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι τα πάντα κρίνονται όχι από τις αγαθές προθέσεις, τις ευγενείς διακηρύξεις και τα ρητορικά σχήματα αλλά από τις ρεαλιστικές πολιτικές, τις έμπρακτες στρατηγικές, τα εμφανή και πρακτικά δείγματα γραφής στο πεδίο της εκπαιδευτικής πολιτικής. Είναι σαφές ότι σε μια κοινωνία όπου ο βασικός κορμός του εκπαιδευτικού της συστήματος πάσχει, η πρόκληση της διά βίου μάθησης ενδεχομένως να ηχεί σε πολλούς ως επικοινωνιακή πομφόλυγα. Κι αυτό είναι εύλογο όταν τα ολοήμερα σχολεία μας θέλουν πολλαπλή στήριξη, όταν χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο, όταν η τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση είναι υποβαθμισμένη, όταν ολόκληρες περιοχές στο Λεκανοπέδιο ή στην επαρχία βρίσκονται σε εκπαιδευτική καθίζηση. Ακριβώς όμως γι' αυτούς τους λόγους, θα ήταν δόκιμο να ξεκαθαρίσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η εκπαιδευτική πολιτική να παρεκκλίνει από τον βασικό της σκοπό υποβαθμίζοντας τον ρόλο, την αποστολή και τη σκοπιμότητα που το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να εκπληρώσει. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλες οι μορφές τυπικής εκπαίδευσης απαιτείται να προσφέρονται με υψηλή ποιότητα, γνήσια ισότητα ευκαιριών, υψηλή αποτελεσματικότητα, ενώ η καθολική πρόσβαση στη γνώση θα πρέπει να είναι ισότιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη, αξιόπιστη, κοινωνικά εγγυημένη, δημόσια και αληθινά δωρεάν. Κι αυτό γιατί μόνο στη βάση ενός ισχυρού εκπαιδευτικού συστήματος μπορεί η προοπτική της διά βίου μάθησης να ευδοκιμήσει και μακροπρόθεσμα να αποδώσει καρπούς. Αναμφίβολα, είμαστε αναγκασμένοι να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην επιβεβλημένη προτεραιότητα της οργάνωσης ενός ισχυρού και καλά οργανωμένου συστήματος τυπικής εκπαίδευσης, την ουσιαστική, χρηστική και επαγγελματική κατοχύρωση των διπλωμάτων (προαπαιτούμενο για μια αξιοπρεπή διαβίωση από την επαγγελματική ενασχόληση) καθώς και την ανάγκη για διαρκή μάθηση σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις εκδοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας. Υπό την έννοια αυτή, η διά βίου μάθηση θα πρέπει να αναδειχθεί σε διαρκές αίτημα της ελληνικής κοινωνίας, σε ένα στέρεο εργαλείο ανάπτυξης δυνατοτήτων και ουσιαστικών ευκαιριών προσωπικής και επαγγελματικής ανάτασης των πολιτών, κάτι που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καλλιεργείται ως κοινωνική κουλτούρα αλλά και στάση ζωής από την προσχολική κιόλας ηλικία.
Από τη διαχειριστική λογική των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στη δόμηση μιας γνήσιας κουλτούρας για τη μάθηση
Το ερώτημα που εκκρεμεί είναι αν η ανάπτυξη της διά βίου μάθησης θα ενταχθεί στο πλαίσιο ενός αφυδατωμένου πνευματικά τεχνοκρατικού σχεδιασμού ή θα αναδειχθεί σε μια γνήσια και ριζοσπαστική αναμορφωτική δύναμη της ελληνικής κοινωνίας. Με απλά λόγια, η προβληματική μας περιστρέφεται γύρω από το αν η διά βίου μάθηση θα περιοριστεί στη λογική της απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων με σκοπό τον «πρακτικισμό» μιας κατάρτισης υπαγόμενης στις στενές ανάγκες της αγοράς εργασίας ή θα καταφέρει να απελευθερώσει δυνάμεις, να δώσει πολλές ευκαιρίες για πρόσβαση στο αγαθό της γνώσης, να διαμορφώσει συνθήκες για την ουσιαστική συμμετοχή σε μορφωτικές δράσεις και παρεμβάσεις, να ενεργοποιήσει όλους όσοι μέχρι σήμερα έχουν είτε αποκλειστεί από το αγαθό της γνώσης είτε απομακρυνθεί από την εκπαιδευτική διαδικασία είτε θέλουν να ξαναμπούν θεσμικά στην «περιπέτεια» της γνώσης. Το πολιτικό στοίχημα λοιπόν δεν είναι να πραγματοποιηθούν εκατοντάδες εκπαιδευτικά προγράμματα με σκοπό την απορρόφηση κάποιων εκατομμυρίων ευρώ σε όλη την επικράτεια, αλλά να αξιοποιήσει η ελληνική κοινωνία την ευκαιρία να ανατρέψει την απάθεια και τον εφησυχασμό, την ημιμάθεια και την ημιμόρφωση, να αναπτύξει περιοχές γνώσεων και δεξιοτήτων που το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα είτε αδυνατεί είτε δεν είναι στο πεδίο της αποστολής του. Πρόκειται στην ουσία για την πρόκληση να επιχειρηθεί μια ρήξη με την ηγεμονεύουσα νοοτροπία της διαχειριστικής λογικής -η οποία κυριαρχεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκαλώντας σθεναρές αντιστάσεις και στο εσωτερικό της Ε.Ε.- ενώ ταυτόχρονα δίνεται μια πολιτική και κοινωνική ευκαιρία στη χώρα να επιχειρηθεί ένα «αθόρυβο», ουσιαστικό και ορθολογικό μεταρρυθμιστικό εγχείρημα προς την προοπτική μιας αληθινής κοινωνίας της γνώσης. Εν κατακλείδι, αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε τη διά βίου μάθηση μακροπρόθεσμα, όχι δηλαδή ως μια ευκαιριακού, εισπρακτικού και διαχειριστικού τύπου διαδικασία, εντάσσοντάς την ουσιωδώς στον πολιτισμικό κώδικα της νεοελληνικής κοινωνίας, απαιτείται μια ορθολογική, πολιτικά εμπνευσμένη και ρηξικέλευθη στρατηγική η οποία θα την αναδείξει σε καίριο και δομικό πεδίο της εκπαιδευτικής μας πολιτικής.
Προς ένα «εφαρμοσμένο ιδεότυπο» εκπαιδευτικής πολιτικής σχετικά με τη διά βίου μάθηση
Αν υποθέσουμε ότι το σκανδιναβικό παράδειγμα αποτελεί ένα «εφαρμοσμένο ιδεότυπο» εκπαιδευτικής πολιτικής, είναι σαφές ότι η επένδυση στη γνώση και ειδικότερα στην ποιότητά της μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να προσδώσει σε μια κοινωνία, αρκεί η ίδια να πιστέψει και να επενδύσει γενναία στον αναμορφωτικό και απελευθερωτικό ρόλο της μάθησης. Για τον λόγο αυτό θεωρείται αναγκαίο η πρόκληση της διά βίου μάθησης να μην ιδωθεί μονοδιάστατα στην τεχνοκρατική και εργαλειακή της διάσταση, αλλά ευρύτερα στη δημοκρατική και χειραφετητική της προοπτική. Η προοπτική αυτή συμβαδίζει απόλυτα με τη φιλοσοφία, τις αξίες και το όραμα που έχει διαμορφώσει η σχολή της Εκπαίδευσης Ενηλίκων σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, σε μια προσπάθεια η διά βίου μάθηση να λειτουργήσει υπέρ της μείωσης του αναλφαβητισμού, υπέρ των κοινωνικά μειονεκτούντων και αποκλεισμένων, υπέρ εκείνων που ζητούν μια δεύτερη και τρίτη ευκαιρία στη ζωή τους, υπέρ εκείνων που οι πόρτες του εκπαιδευτικού συστήματος έκλεισαν και τους άφησαν οριστικά απ' έξω. Αξίζει μόνο να θυμίσουμε ότι η εκπαίδευση ενηλίκων συνδέθηκε με κοινωνικά κινήματα και εργατικούς αγώνες, καθώς και με κινήματα ενάντια στη φτώχεια και την εξαθλίωση που προκαλούν ο αναλφαβητισμός και η βαρβαρότητα της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου. Από τη Workers Educational Association (WEA) στις εργατικές γειτονιές της Μ. Βρετανίας μέχρι τη λαϊκή και διά βίου εκπαίδευση του ABF και τα Folk High Schools στη Σουηδία, από τα απογευματινά και βραδινά λαϊκά σχολεία των συνδικάτων σε όλη την Ευρώπη μέχρι την ανοιχτή εκπαίδευση και τα μαθήματα κάτω από γέφυρες και παραπήγματα στη Λατινική Αμερική, από την ίδρυση της Παγκόσμιας Ενωσης για την Εκπαίδευση Ενηλίκων στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τη ριζοσπαστική και κριτική παιδαγωγική του Paulo Freire, θα δει κάποιος μερικές μόνο στιγμές από τη διαδρομή μιας μεγάλης φιλοσοφικής, πολιτικής και ιδεολογικής παράδοσης προκειμένου να καταστεί η διά βίου μάθηση μια ειρηνική δύναμη που μπορεί αθόρυβα και ουσιαστικά να μεταμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων, να αλλάξει τη μοίρα των κοινωνικών υποκειμένων, να μετασχηματίσει την κοινωνική πραγματικότητα.
Του Ν. Φωτόπουλου Δρ Κοινωνιολογίας και ερευνητή σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής
Η αξιοποίηση και η εκπαίδευση του Ανθρώπινου Δυναμικού στον ΕΛΤΑ.
Οι επιχειρήσεις ακόμη και στις πλέον ώριμες αγορές προσπαθούν συστηματικά να διαφοροποιηθούν με βάση το διανοητικό τους κεφάλαιο και να το εντάξουν στην ευρύτερη στρατηγική τους. Για να αποδώσει αυτή η προσπάθεια προϋποθέτει, ειδικά σήμερα, την αλλαγή νοοτροπίας των επιχειρήσεων απέναντι στο ανθρώπινο δυναμικό τους και από στοιχείο κόστους να το αντιμετωπίσουν ως στοιχείο αύξησης της κερδοφορίας και ταυτόχρονης απόδοσης αξίας στο προϊόν ή την υπηρεσία καθώς η μεγιστοποίηση του κέρδους δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογη των δυνατοτήτων στελεχών και εργαζομένων τους.
Η Αναγκαιότητα & η Σημασία
Ο σταθερός μέχρι σήμερα προσανατολισμός του ΕΛΤΑ προς μια στείρα αύξηση της κερδοφορίας χωρίς ιδιαίτερες παρεκκλίσεις από τις παραδοσιακές μεθόδους είναι βέβαιο ότι παρεμπόδισε και παρεμποδίζει την εισαγωγή πρωτοποριακών πρακτικών σχεδιασμού και στρατηγικής αλλά και την αναγνώριση της συμβολής του διανοητικού κεφαλαίου που περνάει στα προϊόντα και στις υπηρεσίες ως ποσοστό που αυξάνεται στο πέρασμα του χρόνου.
Η αδράνεια των τελευταίων χρόνων από την μια πλευρά και η οικονομική ύφεση από την άλλη εκ των πραγμάτων υποχρεώνει τον ΕΛΤΑ να προβεί και σε αναδιαρθρώσεις των πολιτικών προσωπικού. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται με κάθε πρόσφορο μέσο να προστατευτεί ο πυρήνας του διανοητικού του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει ο ΕΛΤΑ να γνωρίζει ποια είναι τα στελέχη και οι εργαζόμενοι που κάνουν τη διαφορά στο τελικό προϊόν ή υπηρεσία και ποια είναι εκείνα που απλώς περιστασιακά προσθέτουν αξία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναγνώριση και η προστασία αυτού του προσωπικού του ΕΛΤΑ ενδεχομένως να συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισμό της θέσης και του ρόλου των ατόμων αυτών.
Είναι προφανές από τα ανωτέρω ότι η διαχείριση της γνώσης συνεπάγεται την αλλαγή του ρόλου της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού αναβαθμίζοντας τη συμμετοχή της στην αποδοτικότητα και τα αποτελέσματά του ΕΛΤΑ. Ο ρόλος της ενδυναμώνεται στην κατεύθυνση της διαρκούς αρωγής προς την ηγεσία της Εταιρείας ώστε να συγκεντρώσει το διανοητικό κεφάλαιο της και να επωφεληθεί από την αξιοποίησή του. Βέβαια η ενίσχυση του ρόλου της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού δεν πρόκειται από μόνη της να φέρει τα εν λόγω αποτελέσματα αν η ηγεσία του ΕΛΤΑ δεν είναι σε θέση να κατανοήσει την αξία του και κατ’ επέκταση αυτήν των στελεχών και των εργαζομένων της.
Η δυνατότητα προσαρμογής του ΕΛΤΑ και μάλιστα σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, είναι αυτό που μετράει και πρέπει να στηρίζεται στην ικανότητα της ηγεσίας της να εμπνεύσει στελέχη και εργαζόμενους να δράσουν με την μέγιστη δημιουργικότητα λειτουργώντας αφενός ως παράγοντας σταθερότητας και αφετέρου ως καθοδηγητής προετοιμάζοντάς την να ακολουθήσει τα νέα δεδομένα.
Ο ΕΛΤΑ έχει τη δυνατότητα σήμερα, περισσότερο από ποτέ, να εντοπίσει κυρίως στο εσωτερικό του περιβάλλον εκείνα τα στελέχη και τους εργαζόμενους που αναζητούν όχι μόνο να καλύψουν τις ανάγκες τους, αλλά βασικά να προσθέσουν αξία στο παραγόμενο προϊόν ή τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Αρκεί να συνειδητοποιήσει ότι η εποχή μας πλέον δεν επιτρέπει αντιδράσεις «της τελευταίας στιγμής». Με άλλα λόγια, χρειάζεται να αποφασίσει ποια είναι η στρατηγική του, να κάνει τις επιλογές του και με βάση αυτήν να αψηφήσουν την αβεβαιότητα.
Το διανοητικό κεφάλαιο έχει ως συνέπεια την αξία που κάθε στέλεχος ή εργαζόμενος μπορεί να προσθέσει στο τελικό προϊόν ή υπηρεσία της «επιχείρησης της γνώσης», βάσει της προσωπικής του πνευματικής καλλιέργειας και η δυνατότητα αμοιβαίας μετάδοσης αυτής της γνώσης να συνιστά ακόμη σημαντικότερο πλεονέκτημα. Η αμοιβαιότητα μετάδοσης της γνώσης αναγνωρίζεται σε σημαντικό παράγοντα της επιχειρησιακής στρατηγικής που όμως προϋποθέτει ότι η ηγεσία καθοδηγεί και ενθαρρύνει μια διαφορετική προσέγγιση ως προς τις συνθήκες ανέλιξης στην κλίμακα ιεραρχίας και όχι μόνο. Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός όμως, τα στελέχη και οι εργαζόμενοι πρέπει να απαλλαγούν από την ξεπερασμένη νοοτροπία που πρεσβεύουν – όχι άδικα πολλές φορές – ότι θα κριθούν από αυτό που γνωρίζουν ως άτομα και μάλιστα κατ' αποκλειστικότητα. Αυτού του είδους η νοοτροπία καλλιεργεί εξαιρετικά αντιπαραγωγικό εργασιακό κλίμα και η άρση της αποτελεί αποκλειστική ευθύνη της ηγεσίας η οποία οφείλει να εμπνεύσει στο ανθρώπινο δυναμικό την σύμπνοια και το ομαδικό πνεύμα, απορρίπτοντας κάθε διάθεση ατομικιστικής συμπεριφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση του ΕΛΤΑ οφείλει να υιοθετήσει προγράμματα που καταμετρούν την «ποσότητα» της γνώσης που διακινείται μεταξύ των στελεχών και των εργαζομένων, καθώς και την ποιοτική αξιολόγηση της προθυμίας τους να τη μοιραστούν. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα επιχειρησιακά συστήματα αξιολόγησης και κινήτρων των στελεχών και των εργαζομένων που εμφανίζονται διατεθειμένοι αλλά και αποδεικνύουν τη θέληση τους να μοιραστούν τις γνώσεις που κατέχουν. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι τέτοιου είδους μεταβολές στο πλαίσιο μιας επιχείρησης είναι δύσκολο να επιτευχθούν από την μία στιγμή στην άλλη ή ακόμη και μέσω ενός προγράμματος εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός, χρήση τεχνολογίας φιλικής προς τον χρήστη και κυριότερα, επικράτηση της νοοτροπίας «αμοιβαιότητας μετάδοσης της γνώσης» από τα ανώτατα έως τα κατώτερα ιεραρχικά κλιμάκια και το αντίστροφο.
Οι Προτάσεις
Οι επιχειρήσεις, όπως και ο ΕΛΤΑ, εκτίθενται καθημερινά σε ένα οικονομικό περιβάλλον που μεταβάλλεται διαρκώς και επηρεάζεται δραστικά από τις τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, όπου ο τριτογενής τομέας της οικονομίας αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς και όπου τα επιθυμητά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στηρίζονται στην ποιότητα και τη μοναδικότητα των προϊόντων και υπηρεσιών, η σημασία της αξιοποίησης του επιστημονικού και του λοιπού ανθρώπινου δυναμικού είναι αναμφίβολα τεράστια.
Οι έρευνες έχουν δείξει ότι δεν αρκεί μόνο να επενδυθούν χρήματα στην ανάπτυξη του διανοητικού κεφαλαίου της επιχείρησης χρειάζεται επί πλέον σωστή οργάνωση, κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο και κυρίως πολιτική και κοινωνική συναίνεση καθώς και ευελιξία. Δυστυχώς το διανοητικό κεφάλαιο «χτίζεται» αργά και οι έρευνες δείχνουν μεγάλη χρονική υστέρηση ανάμεσα στην μετατροπή κάθε επιχείρησης από επιχείρηση «εργατικής δύναμης» σε επιχείρηση «διανοητικής δύναμης» και κατ’ επέκταση αναγνώρισης και αξιοποίησης του διανοητικού της κεφαλαίου καθώς και την εξ αυτού του λόγου αύξηση των κερδών της.
Για όλα αυτά ο πρωταρχικός αυτός τομέας ενδιαφέροντος από τον οποίο θα ορίζεται η αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία του ΕΛΤΑ πρέπει να περιλαμβάνει δράσεις και ενέργειες και στα τρία κύρια συστατικά του διανοητικού κεφαλαίου όπως:
§ Ανθρώπινο Κεφάλαιο (Οι γνώσεις που έχει ο εργαζόμενος ή αποκτάει από εμπειρία):
o Σύστημα προσέλκυσης προσωπικού,
o Σύστημα κινητικότητας προσωπικού,
o Σύστημα Συμμετοχής και Λήψης Αποφάσεων,
§ Διαρθρωτικό Κεφάλαιο(Όλα όσα μένουν στην επιχείρηση στο τέλος κάθε εργάσιμης μέρας) :
o Σύστημα Σταδιοδρομίας και Πιστοποίησης Επαγγελματικών Προσόντων,
o Σύστημα Εκπαίδευσης και Επαγγελματικού Προσανατολισμού,
o Σύστημα Αξιολόγησης και Κινήτρων
§ Κεφάλαιο Αγοράς (Η εικόνα της επιχείρησης στο εξωτερικό περιβάλλον):
o Σύστημα Επικοινωνίας και Εξωτερικών Σχέσεων,
o Σύστημα Αμοιβών & Κοινωνικής Μέριμνας,
o Σύστημα Υγιεινής & Ασφάλειας.
Με την συστηματική αυτή προσέγγιση το διανοητικό κεφάλαιο της επιχείρησης μακροπρόθεσμα αναδεικνύεται ως το μόνο διατηρήσιμο ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Η ώθηση που προσδίδει η αξιοποίηση του στην ανταγωνιστικότητα της, μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την περαιτέρω διεύρυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και εκτός συνόρων. Παράγοντας κλειδί για την περαιτέρω ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας του ΕΛΤΑ στις διεθνείς αγορές είναι αξιοποίηση του δικού του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω της διαρκούς επιμόρφωσης και ποιοτικής αναβάθμισης των δεξιοτήτων του.
Τα Οφέλη
Με βάση τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η εκπαίδευση και κατάρτιση θα πρέπει από το πεδίο της απλής αναγνώρισης ως ανταγωνιστικό «όπλο» για τους εργαζόμενους, την επιχείρηση και το Κράτος να μετατραπεί σε βασικό μοχλό δημιουργίας και αύξησης του διανοητικού κεφαλαίου της επιχείρησης, που με τη σειρά του καθορίζει το επίπεδο γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων ίσως τον σημαντικότερο παραγωγικό συντελεστή στην οικονομία της γνώσης. Παράλληλα δημιουργούνται όλοι οι ρεαλιστικοί θεσμικοί κανόνες και οι διαδικασίες που ενδυναμώνουν στελέχη, εργαζόμενους και την ίδια επιχείρηση μέσα από την ύπαρξη:
§ Ίσων ευκαιριών και Ίσης μεταχείρισης
§ Διαφάνειας και Δικαιοσύνης
§ Δημιουργικότητας και Αποτελεσματικότητας
§ Ποιότητας στην Εξυπηρέτηση του Πελάτη
§ Θετικού Εργασιακού Κλίματος και Ευελιξίας
Οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες και άρα οι πιο κερδοφόρες είναι αυτές που παράγουν και αξιοποιούν περισσότερες και καλύτερες γνώσεις και πληροφορίες που έχουν τη δυνατότητα να φέρουν καινοτομικό πνεύμα και υψηλότερη παραγωγικότητα. Κάθε αύξηση του διανοητικού κεφαλαίου αυξάνει τις αποδόσεις του φυσικού (πάγιου) κεφαλαίου για το λόγο αυτό απαιτείται σώρευση και των δύο ειδών κεφαλαίου παράλληλα.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα από το πανεπιστήμιο της Οτάβας του Καναδά μια άνοδος κατά 1% του επιπέδου εκπαίδευσης του εργατικού δυναμικού της χώρας – βελτίωσης ή αύξησης του διανοητικού κεφαλαίου – σχετίζεται με αύξηση 2,5% στην παραγωγικότητα της εργασίας και με άνοδο 1,5% στο ΑΕΠ κατά κεφαλή. Σε άλλη έρευνα μια αύξηση 10% στο ανθρώπινο κεφάλαιο αυξάνει μακροπρόθεσμα κατά 9% το ΑΕΠ κατά κεφαλή. Επίσης οι μελέτες του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι τα χρήματα που επενδύονται στην εκπαίδευση φέρνουν χρηματικές αποδόσεις μεγαλύτερες από τα πραγματικά επιτόκια. Έτσι για κάθε ευρώ που επενδύεται στην εκπαίδευση και κατάρτιση και κατά συνέπεια για την βελτίωση της ποιότητας ή και την αύξηση του διανοητικού κεφαλαίου οι επιχειρήσεις μακροπρόθεσμα παίρνουν πίσω τελικά περισσότερα χρήματα καθώς αυξάνεται ο ρυθμός ανάπτυξης και επιτυγχάνεται ποικιλοτρόπως η δημιουργία κερδών σε όλο το φάσμα της παραγωγής.
Ζητούμενο λοιπόν είναι η διεύρυνση και η αναβάθμιση των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, μέσω της χρηματοδότησης δράσεων για διαρκή και ποιοτική εκπαίδευση και κατάρτιση των εργαζομένων. Εμπειρικά αλλά και μέσα από σχετικές μελέτες αποδεικνύεται ότι επιχειρήσεις με υψηλό δείκτη διανοητικού κεφαλαίου καταγράφουν αξιόλογες επιδόσεις στους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνται, ενώ αντίθετα οι επιχειρήσεις με χαμηλό δείκτη διανοητικού κεφαλαίου υστερούν στην ολική αξιοποίηση του με αποτέλεσμα να εμφανίζουν δυσκολίες στο να ανταπεξέλθουν στον έντονο ανταγωνισμό. Πρέπει όλοι μας να κατανοήσουμε ότι η σύγχρονη επιχειρηματική δραστηριότητα είναι αναβαθμισμένη και απαιτεί πλέον επιστημονική αντιμετώπιση σε όλα τα στάδια της παραγωγικής αλυσίδας. Ο ρόλος που καλείται να διαδραματίσει το ανθρώπινο δυναμικό και ειδικότερα το επιστημονικά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, είναι σημαντικότερος από ποτέ.
Η πρόκληση για τον σύγχρονο ΕΛΤΑ είναι η ανάπτυξη των ανωτέρω συστηματικών, μεθοδικών και οργανωμένων τρόπων αξιοποίησης και αναβάθμισης του διανοητικού του κεφαλαίου και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο νέο στρατηγικό και επιχειρησιακό σχεδιασμό για την περίοδο 2010-2014.
Παναγιώτης Πανάγος
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ – ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ
ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ / ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΚΕΚ – ΕΛΤΑ Α.Ε.
Latest News
- Deutsche Post DHL: Αύξηση κύκλου εργασιών και κερδών το α΄ τρίμηνο του 2012
- Μειωμένη κατά 30% η παγκόσμια βιοποικιλότητα
- Map of Life: Διαδικτυακός χάρτης εντοπίζει τις τοποθεσίες 30.000 ειδών στον πλανήτη
- Μείνε ταπεινός, μείνε πεινασμένος...
- Ρομαντικός ποδοσφαιρικός ακτιβισμός / Η ισπανική Rayo Vallecano
- Συμφωνία για αυξήσεις μισθών στη Γερμανία
- IPC Market Flash 16ης Μαΐου 2012
- Ψήφισμα της επιτροπής Εuropa Post and Logistics της UNI για τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις
- Ο Νίτσε για τους Ελληνες
- Η σύνθεση της υπηρεσιακής κυβέρνησης Πικραμμένου
- Ιαπωνία: Το 93,6% των φοιτητών που αποφοίτησαν τον Μάρτιο βρήκε αμέσως δουλειά
- Εκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2012»: Ο άνθρωπος απειλεί σοβαρά τη Γη
Most popular
- Θέσεις εργασίας στα ΕΛ.ΤΑ. : Όλες οι προκηρύξεις για πρόσληψη συμβασιούχων ορισμένου χρόνου
- Η εγκύκλιος για την αναγνώριση του πλασματικού χρόνου ασφάλισης.
- Eγκύκλιος ΙΚΑ-ΕΤΕΑ για νέα όρια ηλικίας
- Eγκύκλιος ΙΚΑ-ΕΤΕΑ για Πρώην Ειδικά Ταμεία
- Εφαρμογή του Ν. 3845/10 : Ποιοί παίρνουν τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και καλοκαιρινής αδείας.
- Τι αλλάζει στις συντάξεις χηρείας
- Πώς θα βγείτε νωρίτερα στη σύνταξη. Οδηγός για να αναγνωρίσετε πλασματικά χρόνια
- Ερμηνευτικές εγκύκλιοι για όρια ηλικίας και προυποθέσεις συνταξιοδότησης στα πρώην ΕΙΔΙΚΑ ΤΑΜΕΙΑ.
- Πολιτιστικό Κέντρο Εργαζομένων και Συνταξιούχων ΕΛ.ΤΑ. Ν. Αττικής
- Δημόσιο: σωσίβιο η 25ετία
- Διοικητικό Συμβούλιο
- Τεύχη
Polls
Past pollsΤί πιστεύετε ότι θα ωφελήσει περισσότερο την επιχείρηση; (291 Votes)
Σε περίπτωση πώλησης ή μετοχοποίησης των ΕΛΤΑ ή των ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΛΤΑ, πως κρίνεται το ενδεχόμενο συμμετοχής των εργαζομένων μέσω των Οργανώσεων τους (ΠΟΣΤ-ΤΕΑ ΕΛΤΑ κλπ) στα νέα μετοχικά σχήματα των εταιρειών και επομένως στα κέντρα λήψης αποφάσεων; (971 Votes)
Είστε υπέρ ή κατά της μετοχοποίησης των ΕΛΤΑ και των θυγατρικών του; (972 Votes)
Πόσο πιθανόν είναι να επιστρέψει η ελλάδα στην Δραχμή; (720 Votes)
Τι αποτελεί για σας προτεραιότητα; (684 Votes)
Εθνικές Εκλογές (357 Votes)
Εάν γίνουν εκλογές (353 Votes)








